Θεόδωρος Γαλιατσάτος για τον αγωγό Γύρι–Λούχα: «Κάποιοι δεν έκαναν τους ελέγχους που έπρεπε – Πρέπει να ξεκαθαριστεί ποιος ευθύνεται»
02/09/2026
Σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση, την πορεία υλοποίησης και κυρίως τις πληρωμές του έργου επέκτασης του αγωγού στην περιοχή Γύρι–Λούχα θέτει ο πρώην Περιφερειάρχης Ιονίων Νήσων και επικεφαλής της περιφερειακής παράταξης «ΑΝΑΣΑ», Θεόδωρος Γαλιατσάτος.
Σε συνέντευξή του, ο κ. Γαλιατσάτος αναφέρθηκε αναλυτικά στο ιστορικό του έργου, το οποίο, όπως υπενθύμισε, είχε ενταχθεί προς χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της δικής του περιφερειακής θητείας, ενώ σήμερα, επτά και πλέον χρόνια μετά την ένταξή του, βρίσκεται στο επίκεντρο καταγγελιών και ερωτημάτων, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, έχει καταβληθεί σχεδόν το σύνολο του προϋπολογισμού του, την ώρα που σημαντικό μέρος του έργου παραμένει ανεκτέλεστο.
Ο πρώην Περιφερειάρχης κάνει λόγο για μια υπόθεση που πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος και να αποσαφηνιστούν οι ευθύνες όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ύπαρξης σκοπιμότητας, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι αυτό είναι θέμα που πρέπει να προκύψει μέσα από έλεγχο.
Η αρχή του έργου το 2018 και η ένταξη στο ΕΣΠΑ το 2019
Ο κ. Γαλιατσάτος ξεκίνησε από το ιστορικό της χρηματοδότησης, υπενθυμίζοντας ότι το αίτημα για την ένταξη του έργου είχε υποβληθεί κατά τη διάρκεια της πρώτης περιφερειακής του θητείας.
Όπως ανέφερε, το αίτημα χρηματοδότησης είχε κατατεθεί το 2018 και τον Μάρτιο του 2019 εκδόθηκε η απόφαση με την οποία το έργο εντάχθηκε στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ 2014-2020, με προϋπολογισμό που, όπως είπε, ξεπερνούσε τα 2 εκατομμύρια ευρώ.
Δεν επρόκειτο, όπως σημείωσε, για το μοναδικό έργο ύδρευσης της Ζακύνθου που χρηματοδοτήθηκε εκείνη την περίοδο, καθώς είχαν υποβληθεί και άλλα σχετικά αιτήματα από τη ΔΕΥΑΖ.
Η χρηματοδότηση, σύμφωνα με όσα περιέγραψε, εγκρίθηκε για τη ΔΕΥΑΖ, η οποία στη συνέχεια προχώρησε σε προγραμματική σύμβαση με τον Δήμο Ζακύνθου, καθώς δεν διέθετε την απαραίτητη τεχνική ετοιμότητα για να προχωρήσει η ίδια στην εκτέλεση του έργου.
Έτσι, η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου ανέλαβε ουσιαστικά την εκτέλεση και την επίβλεψη του έργου.
«Το ξεκίνημα, δηλαδή η χρηματοδότηση που αποδόθηκε στη ΔΕΥΑΖ και εκείνη στη συνέχεια έκανε προγραμματική με τον Δήμο για να το εκτελέσει, ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2019», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, το γεγονός ότι το έργο χρηματοδοτήθηκε το 2019 αλλά, επτά και πλέον χρόνια μετά, παραμένει ημιτελές, αποτελεί για τον κ. Γαλιατσάτο ένα από τα βασικά σημεία της προβληματικής υπόθεσης.
Το βασικό ερώτημα που θέτει ο πρώην Περιφερειάρχης αφορά την αναντιστοιχία μεταξύ των ποσών που έχουν καταβληθεί και της πραγματικής εικόνας του έργου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε, έχει πληρωθεί περίπου το 98% του συνολικού προϋπολογισμού, ενώ το έργο εμφανίζεται να απέχει σημαντικά από την ολοκλήρωσή του.
Ο ίδιος περιέγραψε μια εικόνα εγκατάλειψης, αναφερόμενος σε σωλήνες που παραμένουν στο σημείο, ανοιχτά αυλάκια και εργασίες που δεν έχουν ολοκληρωθεί.
Όπως χαρακτηριστικά τόνισε:
«Δεν μπορεί ένα έργο, το οποίο και εμείς ως παράταξη έχουμε περιγράψει με επερώτησή μας στο Περιφερειακό Συμβούλιο και με φωτογραφίες, να έχει πληρωθεί το 98% και να έχουμε όλες αυτές τις εκκρεμότητες. Κάτι δεν έγινε καλά. Κάποιοι δεν έκαναν τους ελέγχους που έπρεπε».
Κατά τον κ. Γαλιατσάτο, η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως μια καθυστέρηση ενός δημόσιου έργου. Αντίθετα, απαιτείται, όπως είπε, να εξεταστεί ολόκληρη η διαδικασία: από την επίβλεψη και την πιστοποίηση των εργασιών μέχρι τον έλεγχο των δικαιολογητικών και τελικά την καταβολή των χρημάτων.
Ο πρώην Περιφερειάρχης εντοπίζει αρχικά τις ευθύνες σε δύο βασικούς φορείς: τον Δήμο Ζακύνθου, μέσω της Τεχνικής του Υπηρεσίας, και τη ΔΕΥΑΖ, η οποία είναι ο κύριος του έργου.
Όπως εξήγησε, η ΔΕΥΑΖ, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη τεχνική δυνατότητα, προχώρησε σε προγραμματική σύμβαση με τον Δήμο, προκειμένου η Τεχνική Υπηρεσία του τελευταίου να αναλάβει την υλοποίηση του έργου.
Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με την ανάλυσή του, ότι ο Δήμος είχε την ευθύνη της εκτέλεσης, της επίβλεψης και της πιστοποίησης των εργασιών.
Από την άλλη πλευρά, η ΔΕΥΑΖ, ως κύριος του έργου, δεν μπορούσε, όπως υποστήριξε, να είναι απούσα από την παρακολούθηση της πορείας του.
«Αφενός ο Δήμος εκτελεί το έργο και έχει την ευθύνη να επιβλέπει τις εργασίες και να πιστοποιεί τις εργασίες. Από την άλλη, η ΔΕΥΑΖ είναι ο κύριος του έργου. Άρα και εκείνη έχει την ευθύνη να ξέρει τι γίνεται, να βλέπει τι γίνεται και να φροντίζει να γίνεται σωστά», σημείωσε.
Και κατέληξε:
«Άρα και οι δύο αυτοί έχουν πρωτογενή ευθύνη για το αν το έργο προχώρησε όπως έπρεπε να προχωρήσει και αν υλοποιήθηκε με βάση τις προδιαγραφές».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Γαλιατσάτος στο ζήτημα της πιστοποίησης των εργασιών.
Όπως ανέφερε, οι καταγγελίες που έγιναν δημόσια, αλλά και οι παρεμβάσεις που είχαν προηγηθεί στο Περιφερειακό Συμβούλιο, δημιουργούν την εικόνα ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε ουσιαστική πρόοδος στο έργο.
Παρά ταύτα, συνέχισαν να γίνονται πληρωμές.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, ενώ έχει καταβληθεί περίπου το 98% του προϋπολογισμού, εκτιμάται ότι το φυσικό αντικείμενο του έργου βρίσκεται σε ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο, με τον ίδιο να αναφέρεται σε εκτιμήσεις κάτω του 40%.
«Ενώ εργασίες δεν γίνονταν, εργασίες πληρώνονταν», τόνισε.
Αυτό, κατά τον πρώην Περιφερειάρχη, οδηγεί στο κρίσιμο ερώτημα:
Ποιος πιστοποίησε ότι οι συγκεκριμένες εργασίες είχαν εκτελεστεί και με ποια στοιχεία έγινε αυτή η πιστοποίηση;
«Κάποιος πιστοποιεί εργασίες και κάποιος πληρώνει στη συνέχεια αυτές τις εργασίες. Και εδώ είναι πια ξεκάθαρο ότι ξεφεύγουμε από το “έγινε ένα λάθος” και πάμε στην εκτίμηση που μπορεί να κάνει κάποιος ότι ενδεχομένως υπήρχε δόλος. Δεν ξέρουμε πώς πληρώθηκαν όλες αυτές οι εργασίες, δηλαδή ποιος είπε ότι έγιναν εργασίες και γιατί το είπε ενώ δεν έχουν γίνει», δήλωσε.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν προδικάζει το αποτέλεσμα οποιασδήποτε έρευνας, ωστόσο θεωρεί ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί τίποτα πριν υπάρξει πλήρης διερεύνηση.
Ο κ. Γαλιατσάτος αναφέρθηκε στη συνέχεια και στον ρόλο της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων και της Διαχειριστικής Αρχής, υποστηρίζοντας ότι η ευθύνη δεν σταματά στον Δήμο και τη ΔΕΥΑΖ.
Όπως εξήγησε, οι πιστοποιήσεις των εργασιών περνούν από τη διαδικασία ελέγχου και στη συνέχεια ακολουθούν οι πληρωμές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Διαχειριστική Αρχή είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει ουσιαστικό έλεγχο για το αν το φυσικό αντικείμενο που περιγραφόταν στα έγγραφα αντιστοιχούσε στην πραγματική κατάσταση του έργου.
«Θα έπρεπε να πιστοποιήσει. Ένα βήμα ήταν, μια βόλτα. Αυτές οι εργασίες που περιγράφονται στο τιμολόγιο έχουν γίνει; Τόσο εύκολο ήταν», είπε χαρακτηριστικά.
Ακολούθως, έθεσε το ζήτημα των μεγάλων ποσών που, όπως ανέφερε, εγκρίθηκαν προς πληρωμή.
«Ο Περιφερειάρχης οδηγήθηκε να υπογράφει εντάλματα 800 χιλιάδων ευρώ για εργασίες», ανέφερε, σημειώνοντας ότι σε αυτή τη διαδικασία προκύπτει, κατά την άποψή του, μια αλυσίδα ευθυνών.
Έτσι, ο κ. Γαλιατσάτος κάνει λόγο για συνευθύνη τεσσάρων πλευρών:Του Δήμου και της Τεχνικής Υπηρεσίας,της ΔΕΥΑΖ ως κυρίου του έργου,της Διαχειριστικής Αρχής και της Περιφέρειας,μέσω της διαδικασίας πληρωμών.
«Αυτοί όλοι μπλέκονται σε μια διαδικασία η οποία πρέπει να ξεκαθαριστεί. Και πρέπει να θέλουν όλοι να ξεκαθαριστεί, για να δούμε ακριβώς πού χάλασε αυτή η ιστορία και ποιος δεν έκανε καλά τη δουλειά του ή ποιος παρέλειψε να την κάνει ή ποιος την έκανε με σκοπιμότητα ενδεχομένως», σημείωσε.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά το μέλλον του έργου και το εάν, μετά από όσα έχουν αποκαλυφθεί, υπάρχει δυνατότητα να ολοκληρωθεί χωρίς να απαιτηθούν νέα ποσά.
Ο κ. Γαλιατσάτος εμφανίστηκε επιφυλακτικός.
Όπως είπε, τα ζητήματα των χρονικών προθεσμιών και της διάρκειας της σύμβασης μπορεί υπό προϋποθέσεις να τακτοποιηθούν, όμως το βασικό ερώτημα είναι ποιες είναι πλέον οι σχέσεις με την ανάδοχο εταιρεία και ποιες υποχρεώσεις εξακολουθούν να ισχύουν.
Θεωρητικά, όπως ανέφερε, η καλύτερη εξέλιξη θα ήταν η ανάδοχος εταιρεία να ολοκληρώσει το έργο με τα χρήματα που ήδη έχει λάβει, χωρίς να υπάρξει πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση.
«Η ανάδοχος εταιρεία είναι υποχρεωμένη να παραδώσει το έργο», σημείωσε.
Ωστόσο, εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο η υπόθεση θα εξελιχθεί τόσο απλά.
«Εύκολο είναι να πάμε σε μια λογική ότι πληρώθηκαν εργασίες και ότι τώρα, για να ολοκληρωθεί το έργο, χρειάζονται και περισσότερα χρήματα. Αλλά αυτό είναι μια δύσκολη άσκηση για όλους εκ των υστέρων. Γιατί αυτά έπρεπε να έχουν προηγηθεί προκειμένου κάποιος να πληρώνει αυτά τα χρήματα».
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι, σύμφωνα με όσα ανέφερε, η ανάδοχος εταιρεία είχε λάβει ήδη την προβλεπόμενη προκαταβολή.
Κατά συνέπεια, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν θα κληθεί να ολοκληρώσει το έργο με βάση τις συμβατικές της υποχρεώσεις ή αν θα προκύψουν νέες οικονομικές απαιτήσεις.
Ο ίδιος χαρακτήρισε ως «ευχή όλων» το ενδεχόμενο η εταιρεία να προχωρήσει στην ολοκλήρωση των εργασιών χωρίς να ζητήσει επιπλέον χρήματα, σημειώνοντας όμως ότι η εμπειρία του τον κάνει επιφυλακτικό.
Ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος υπογράμμισε ότι η παράταξή του είχε θέσει το θέμα στο Περιφερειακό Συμβούλιο πριν η υπόθεση πάρει τις σημερινές διαστάσεις.
Όπως είπε, τόσο η δική του παράταξη όσο και η «Λαϊκή Συσπείρωση» είχαν προχωρήσει σε παρεμβάσεις και ερωτήσεις σχετικά με την πορεία του έργου.
Μάλιστα, κάλεσε όσους ενδιαφέρονται να ανατρέξουν στα πρακτικά των συνεδριάσεων, καθώς, όπως ανέφερε, είχε προηγηθεί εκτεταμένη συζήτηση για την κατάσταση του έργου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στις παρεμβάσεις αυτές υπήρξαν καθησυχαστικές απαντήσεις από την πλευρά της Περιφερειακής Αρχής.
«Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο κύριος Αντιπεριφερειάρχης, ο κύριος Καποδίστριας, εμφανίστηκε καθησυχαστικός και ο κύριος Περιφερειάρχης επίσης. Μας καθησύχασαν ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε για το έργο», ανέφερε.
Ο κ. Γαλιατσάτος υποστήριξε ότι, παρά τις επισημάνσεις που είχαν γίνει, δεν υπήρξε η απαραίτητη βούληση να διερευνηθεί σε βάθος η κατάσταση.
«Ενώ έβλεπαν ότι εμείς επιμένουμε να ρωτάμε για αυτά τα θέματα, δεν είχαν την ευαισθησία και την ανάγκη να ψάξουν πιο βαθιά την ιστορία και να δουν αν κρύβεται κάτι περισσότερο», δήλωσε.
Ιδιαίτερα προσεκτικός εμφανίστηκε ο πρώην Περιφερειάρχης όταν αναφέρθηκε προσωπικά στον σημερινό Περιφερειάρχη.
Όπως ξεκαθάρισε, δεν αποδίδει κάποια συγκεκριμένη παράνομη πράξη στον Περιφερειάρχη, θεωρεί όμως ότι υπάρχει σοβαρή πολιτική ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε η Περιφέρεια το συγκεκριμένο ζήτημα.
Ο κ. Γαλιατσάτος υπενθύμισε ότι το θέμα είχε συζητηθεί στο Περιφερειακό Συμβούλιο και, σύμφωνα με την άποψή του, ήταν ήδη γνωστό ότι το έργο παρουσίαζε σοβαρές εκκρεμότητες.
Παρά ταύτα, όπως σημείωσε, ακολούθησαν εγκρίσεις σημαντικών ποσών.
«Δεν υπονοώ τίποτα περισσότερο για τον κύριο Περιφερειάρχη, αλλά έχει σοβαρή πολιτική ευθύνη απέναντι στο πώς διαχειριζόμαστε τις υποθέσεις μας και τα δημόσια χρήματα», δήλωσε.
Και πρόσθεσε:
«Πήγε και υπέγραψε λογαριασμούς σε ένα έργο που ήξερε ότι στο Συμβούλιο συζητούσαμε ότι είναι ημιτελές. Πώς υπογράφεις 870.000 ευρώ λογαριασμούς;»
Ο πρώην Περιφερειάρχης τόνισε ότι περιμένει με ενδιαφέρον και την τοποθέτηση της σημερινής Περιφερειακής Αρχής, θεωρώντας ότι και η ίδια έχει υποχρέωση να συμβάλει στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
«Οφείλει να το κάνει, για να δούμε πού πραγματικά στράβωσε όλη αυτή η ιστορία», είπε.
Για τον Θεόδωρο Γαλιατσάτο, το συγκεκριμένο έργο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ευρύτερου προβλήματος που αφορά τη διαχείριση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων.
«Είναι πραγματικά λυπηρό να ασχολούμαστε τώρα με ένα θέμα το οποίο χρηματοδοτήθηκε το 2019. Περάσαν επτάμισι χρόνια και ακόμα είναι στη μέση, ενώ θα έπρεπε να έχει γίνει, να λειτουργεί και να αποδίδει στον τόπο», ανέφερε.
Όπως υπογράμμισε, η μεγαλύτερη απώλεια δεν αφορά μόνο τα χρήματα που έχουν ήδη δαπανηθεί ή το γεγονός ότι ένα έργο παραμένει ημιτελές.
Αφορά, σύμφωνα με τον ίδιο, και τον χρόνο και τις ευκαιρίες που χάνονται, καθώς οι τοπικές κοινωνίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα που θα έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί εδώ και δεκαετίες.
«Αντί να μιλάμε για τις νέες ανάγκες που έχουμε στα νησιά μας και για το πώς θα τις αντιμετωπίσουμε, ασχολούμαστε ακόμα με ανάγκες που είναι διαπιστωμένες εδώ και δεκαετίες και δεν μπορέσαμε να τις αντιμετωπίσουμε», τόνισε.
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξής του, ο κ. Γαλιατσάτος συνέδεσε την υπόθεση της Ζακύνθου με μια γενικότερη κατάσταση που, όπως είπε, παρατηρείται στα Ιόνια Νησιά.
Αναφέρθηκε σε έργα που, σύμφωνα με όσα υποστήριξε, απεντάσσονται ή χάνουν χρηματοδοτήσεις επειδή δεν ολοκληρώθηκαν μέσα στα προβλεπόμενα χρονικά όρια.
Μεταξύ άλλων, έκανε αναφορά στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κεφαλονιάς, υποστηρίζοντας ότι το έργο δεν ολοκληρώθηκε εντός του χρονοδιαγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης και ότι πλέον η χρηματοδότησή του θα πρέπει να καλυφθεί από άλλους πόρους.
Παράλληλα, αναφέρθηκε και σε λιμενικό έργο στην Αγία Ευφημία, για το οποίο υποστήριξε ότι απεντάχθηκε και ότι η υλοποίησή του απομακρύνεται χρονικά.
Κατά τον ίδιο, πρόκειται για σημαντικά ποσά που θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί στα νησιά, εφόσον υπήρχε καλύτερος σχεδιασμός, παρακολούθηση και διαχείριση.
Ο κ. Γαλιατσάτος άσκησε επίσης κριτική στον τρόπο με τον οποίο, όπως είπε, αντιμετωπίζονται οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες στα δημόσια έργα.
«Υπάρχουν σήμερα μεγάλες εταιρείες που διαχειρίζονται τα δημόσια έργα. Αυτές κάνουν το παιχνίδι τους με βάση τις δυνατότητές τους και το τι έργα μπορούν να εκτελέσουν. Το ζήτημα είναι γιατί τους ανέχονται αυτοί που έχουν την ευθύνη της διαχείρισης των πόρων, είτε ευρωπαϊκών είτε ελληνικών», σημείωσε.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Θεόδωρος Γαλιατσάτος υπογράμμισε ότι το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς μια πολιτική αντιπαράθεση, αλλά η πλήρης αποσαφήνιση όλων των στοιχείων της υπόθεσης.
Ποιος επέβλεπε το έργο; Ποιος πιστοποιούσε τις εργασίες; Ποιος έλεγχε τις πιστοποιήσεις; Με ποια διαδικασία εγκρίθηκαν οι πληρωμές; Και, κυρίως, πώς είναι δυνατόν να έχει καταβληθεί σχεδόν το σύνολο του προϋπολογισμού όταν, σύμφωνα με τις καταγγελίες και την εικόνα που περιγράφεται, μεγάλο μέρος του έργου δεν έχει ολοκληρωθεί;
Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία, σύμφωνα με τον πρώην Περιφερειάρχη, πρέπει να δοθούν συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις.
«Πρέπει να ξεκαθαριστεί το τοπίο για να δούμε πού πραγματικά στράβωσε όλη αυτή η ιστορία», τόνισε.
Η υπόθεση του αγωγού Γύρι–Λούχα αναμένεται πλέον να απασχολήσει εκ νέου το Περιφερειακό Συμβούλιο, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον να στρέφεται στις απαντήσεις που θα δοθούν από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Prisma Radio 90,2 · Μαριέττα Ποταμίτη 02-9-2026 (Τσουρουνάκης Γεώργιος – Γαλιατσάτος Θεόδωρος)
Prisma Radio 90,2