Διονύσιος Τσιριγώτης: Η Μικρασιατική Καταστροφή, η Κεμαλική Τουρκία και η διαχρονική αντιπαράθεση στο Αιγαίο
14/09/2026
«Η Τουρκία συνεχίζει μέχρι σήμερα την ίδια πολιτική – Η Ελλάδα πρέπει να διαχειριστεί με αποφασιστικότητα τα κυριαρχικά της δικαιώματα»
Η ιστορική σημασία της 14ης Σεπτεμβρίου, ο αφανισμός του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, η συγκρότηση του τουρκικού εθνικού κράτους, οι ευθύνες για την εξέλιξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας και οι σημερινές ελληνοτουρκικές διαφορές βρέθηκαν στο επίκεντρο της συνέντευξης του καθηγητή Διονυσίου Τσιριγώτη.
Με αφορμή την επέτειο μνήμης της Μικρασιατικής Καταστροφής, ο καθηγητής Διονύσιος Τσιριγώτης παραχώρησε συνέντευξη στο ραδιόφωνο ΠΡΙΣΜΑ 90,2 , κατά τη διάρκεια της οποίας αναφέρθηκε στις ιστορικές και γεωπολιτικές διαστάσεις της καταστροφής της Σμύρνης, στην εκρίζωση του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, αλλά και στις πολιτικές εξελίξεις που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Τουρκία.
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στην ιστορική αναδρομή. Ο κ. Τσιριγώτης συνέδεσε τα γεγονότα του 1922 με τις σύγχρονες ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών και την προοπτική προσφυγής στη διεθνή δικαιοσύνη.
Στην τοποθέτησή του, ο καθηγητής ανέδειξε την ανάγκη να εξετάζεται η Μικρασιατική Καταστροφή μέσα από ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει τις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα, τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων, τη μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τουρκικό εθνικό κράτος και τις διαχρονικές στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Η 14η Σεπτεμβρίου ως ημέρα μνήμης και ιστορικού προβληματισμού
Η συνέντευξη ξεκίνησε με αναφορά στη σημασία της ημέρας για τον ελληνισμό. Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η καταστροφή της Σμύρνης και ο ξεριζωμός των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας δεν αποτελούν απλώς ένα γεγονός που ανήκει στο παρελθόν, αλλά μια ιστορική εξέλιξη με βαθιές συνέπειες για την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το 1922 πρέπει να μελετάται μέσα από περισσότερες από μία οπτικές. Η καταστροφή συνδέεται με την εξόντωση και τον αφανισμό σημαντικού τμήματος του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, με τη διαμόρφωση του κεμαλικού τουρκικού κράτους, αλλά και με την πολιτική αξιοποίηση της ιστορικής μνήμης από την τουρκική πλευρά.
Ο κ. Τσιριγώτης ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Η καταστροφή της Σμύρνης έχει διαφορετικές διαστάσεις. Πρώτη αφορά την εξόντωση και τον αφανισμό της ελληνικής αστικής τάξης στην Ιωνία. Δεύτερη είναι η συγκρότηση της Κεμαλικής Τουρκίας ως εθνικού κράτους. Η τρίτη έχει να κάνει με τη μεταγενέστερη πολιτική αξιοποίηση του 1922 από την τουρκική πλευρά, ως ενός σημαντικού συμβόλου».
Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει τη Μικρασιατική Καταστροφή ως γεγονός που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη διαμόρφωση της νέας πολιτικής τάξης πραγμάτων στη Μικρά Ασία. Ο αφανισμός των ελληνικών πληθυσμών, η καταστροφή των κοινοτήτων και η ανατροπή των ισορροπιών που είχαν διαμορφωθεί επί αιώνες αποτέλεσαν, σύμφωνα με την τοποθέτηση του καθηγητή, κρίσιμες παραμέτρους της ιστορικής εξέλιξης.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Μεγάλη Ιδέα και τη «μικρή Ελλάδα»
Ένα από τα βασικά ζητήματα που ανέπτυξε ο Διονύσιος Τσιριγώτης ήταν η διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο και τις επιδιώξεις του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο που προηγήθηκε της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Ο καθηγητής αναφέρθηκε στη Μεγάλη Ιδέα και στην πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, αλλά και στη διαφορετική στρατηγική που επικράτησε μετά την πολιτική μεταβολή του 1920. Όπως εξήγησε, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σύνθετο δίλημμα: από τη μία πλευρά, υπήρχε το όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης και η επιδίωξη προστασίας των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας· από την άλλη, υπήρχαν οι περιορισμένες δυνατότητες του ελληνικού κράτους και η εξάρτησή του από τις διεθνείς ισορροπίες.
Η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία, όπως επισήμανε, δεν ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο. Αφορούσε έναν σημαντικό πληθυσμό και μια ισχυρή οικονομική και κοινωνική παρουσία, η οποία είχε διαμορφωθεί επί μακρόν.
«Η Μεγάλη Ιδέα ήταν η Ελλάδα που προέβαλλε ο Βενιζέλος, ενώ η μικρή Ελλάδα ήταν ο παλαιοκομματισμός, ο οποίος σχετιζόταν με το πώς θα διαφυλάξουμε τις επενδύσεις ενός μικρού κράτους, πλήρους εξαρτήσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ο ελληνικός αστικός κόσμος περιλάμβανε περίπου 1,3 εκατομμύρια Έλληνες στην Ασιατική Ελλάδα, όπως ονομαζόταν τότε η περιοχή που κατείχε στη συνέχεια η Τουρκία».
Ο κ. Τσιριγώτης υποστήριξε ότι η μελέτη των γεγονότων απαιτεί να εξετάζονται οι διαφορετικές στρατηγικές αντιλήψεις που επικρατούσαν στην Ελλάδα. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης και στη λογική της διαχείρισης των δυνατοτήτων ενός μικρού κράτους αποτέλεσε, κατά την ανάλυσή του, σημαντικό παράγοντα για την πορεία των εξελίξεων.
Ο καθηγητής στάθηκε ιδιαίτερα στις αποφάσεις που ελήφθησαν μετά την αποχώρηση του Ελευθερίου Βενιζέλου από την εξουσία. Κατά την άποψή του, η Ελλάδα ακολούθησε μια διαφορετική λογική ως προς την εξέλιξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, χωρίς να αντιμετωπίσει εγκαίρως το ζήτημα των ορίων της στρατηγικής της.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο εάν η εκστρατεία θα έπρεπε να συνεχιστεί, εάν υπήρχε η δυνατότητα επιστροφής του ελληνικού στρατού ή εάν έπρεπε να επιδιωχθεί μια διαφορετική πολιτική και διπλωματική διευθέτηση.
Ο Διονύσιος Τσιριγώτης τόνισε:
«Μετά την αλλαγή της κυβέρνησης, η Ελλάδα προχώρησε σε μια διαφορετική λογική. Το ζήτημα ήταν πόσο θα μπορούσε να συνεχίσει την εκστρατεία ή αν θα έπρεπε να σταματήσει και να γυρίσει τον στρατό πίσω. Υπήρχε η επιλογή να σταματήσει η εκστρατεία, να επιστρέψει ο στρατός και να γίνουν κάποιες διευθετήσεις. Αυτά, λοιπόν, δεν έγιναν».
Στη συνέχεια, συνέδεσε την εξέλιξη αυτή με την εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας και με τον ρόλο του παλαιοκομματισμού, τον οποίο θεωρεί σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση της εθνικής στρατηγικής.
«Αυτό το σύστημα, το οποίο ξεκινά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, εξακολούθησε και εξακολουθεί σε εκείνη την περίοδο να υπονομεύει το όποιο εθνικό εγχείρημα της εθνικής ολοκλήρωσης».
Στη συνέντευξη έγινε ιδιαίτερη αναφορά στις τραγικές συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, αλλά και για τους στρατιώτες που συμμετείχαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Ο κ. Τσιριγώτης υπογράμμισε ότι η ιστορική μνήμη δεν αφορά μόνο τις πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις, αλλά και τις προσωπικές τραγωδίες των ανθρώπων που βρέθηκαν στη δίνη των γεγονότων.
«Έχουμε δει διαφορετικά αφιερώματα, πολύ συγκινητικά πραγματικά για τους Έλληνες, για τους στρατιώτες που πέρασαν δύο χρόνια, για τους αιχμαλώτους, για τους ανθρώπους της Ανατολίας, με πολύ τραγικές ιστορίες. Άλλο ένα δράμα και εκεί».
Η αναφορά του καθηγητή ανέδειξε τις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης τραγωδίας: τον ξεριζωμό των πληθυσμών, τις διώξεις, τις απώλειες, τις αιχμαλωσίες και τις δραματικές συνθήκες που ακολούθησαν την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου.
Η Μικρασιατική Καταστροφή, επομένως, δεν υπήρξε μόνο μια στρατιωτική ή διπλωματική ήττα. Αποτέλεσε μια βαθιά κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή, η οποία επηρέασε καθοριστικά την πορεία του ελληνισμού.
Στη συνέχεια της συνέντευξης, ο Διονύσιος Τσιριγώτης αναφέρθηκε στην πολιτική που ακολούθησε το κεμαλικό κίνημα κατά τη διαδικασία συγκρότησης της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Όπως εξήγησε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό κράτος, στο οποίο συνυπήρχαν διαφορετικές εθνότητες και θρησκευτικές κοινότητες. Η κεμαλική πολιτική, σύμφωνα με την ανάλυσή του, συνδέθηκε με την επιδίωξη δημιουργίας ενός εθνικού κράτους, το οποίο θα στηριζόταν σε μια περισσότερο ομοιογενή εθνική ταυτότητα.
Ο καθηγητής ανέφερε:
«Ο στόχος του κεμαλισμού ήταν πώς θα φτιάξουν ένα ομοιογενές εθνικό κράτος. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια πολυεθνική αυτοκρατορία, με πολλές και διαφορετικές εθνότητες. Αυτό, λοιπόν, το κομμάτι του κεμαλισμού ήταν η εξίσωση και η ομογενοποίηση, με τη δημιουργία ενός τουρκικού εθνικού κράτους».
Η συγκεκριμένη διαδικασία, όπως σημείωσε, συνδέθηκε με τη δραματική μεταβολή της πληθυσμιακής και εθνικής σύνθεσης της Μικράς Ασίας. Οι ελληνικές κοινότητες, οι οποίες είχαν μακρά ιστορική παρουσία στην περιοχή, υπέστησαν διώξεις, εκτοπισμούς και καταστροφές.
Ο κ. Τσιριγώτης υπογράμμισε ότι η μετάβαση από την πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τουρκικό εθνικό κράτος αποτέλεσε μια διαδικασία με σοβαρές συνέπειες για τους μη τουρκικούς πληθυσμούς.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο καθηγητής έκανε αναφορά στα τάγματα εργασίας και στις συνθήκες στις οποίες υποχρεώθηκαν να εργαστούν πληθυσμοί κατά την περίοδο των διώξεων και των ανακατατάξεων.
Όπως εξήγησε, οι άνθρωποι αυτοί μεταφέρονταν σε διάφορες περιοχές και απασχολούνταν σε έργα υποδομής, όπως η κατασκευή δρόμων και γεφυρών. Οι συνθήκες, ωστόσο, ήταν ιδιαίτερα σκληρές, με προβλήματα στη διατροφή, τη διαβίωση και την καθημερινή επιβίωση.
«Υπήρχαν τα τάγματα εργασίας, όπου μεταφέρονταν πληθυσμοί και υποχρεώνονταν να εργαστούν σε συνθήκες πολύ δύσκολες. Οι άνθρωποι αυτοί καλούνταν να επιβιώσουν σε συνθήκες άθλιες, χωρίς επαρκή τροφή, και κυρίως εργάζονταν σε έργα κοινής ωφέλειας, δημιουργώντας δρόμους, γέφυρες και υποδομές».
Η αναφορά στα τάγματα εργασίας αποτέλεσε μέρος της ευρύτερης περιγραφής των πολιτικών που, σύμφωνα με τον καθηγητή, συνδέθηκαν με την επιδίωξη ομογενοποίησης του πληθυσμού και τη διαμόρφωση του νέου τουρκικού κράτους.
Η Τουρκία και η «ίδια πολιτική» μέχρι σήμερα
Η συζήτηση πέρασε στη συνέχεια από την ιστορική περίοδο του 1922 στη σύγχρονη Τουρκία. Ο Διονύσιος Τσιριγώτης υποστήριξε ότι ορισμένες βασικές επιδιώξεις της τουρκικής πολιτικής εξακολουθούν να έχουν διαχρονική συνέχεια.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και στις αντιδράσεις της Άγκυρας απέναντι σε ελληνικές ενέργειες που αφορούν κυριαρχικά δικαιώματα, θαλάσσιες ζώνες και ενεργειακές δραστηριότητες.
«Η Τουρκία μέχρι σήμερα συνεχίζει την ίδια πολιτική. Είμαστε συνέχεια σε μία εγρήγορση».
Η συζήτηση για την ιστορική συνέχεια της τουρκικής πολιτικής συνδέθηκε με την ανάγκη να αξιολογούνται οι σύγχρονες διεκδικήσεις της Άγκυρας όχι μόνο ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά και ως τμήματα μιας ευρύτερης στρατηγικής.
Με αφορμή τις εξελίξεις γύρω από την πόντιση υποθαλάσσιου καλωδίου, ο καθηγητής κλήθηκε να σχολιάσει τη στάση της Τουρκίας και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο ζήτημα της κυριαρχίας, της δικαιοδοσίας και της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών. Ο κ. Τσιριγώτης υποστήριξε ότι η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα στην περιοχή, αμφισβητώντας ελληνικές θέσεις και επιδιώκοντας να διευρύνει τον ρόλο της.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, οι τουρκικές κινήσεις στη θάλασσα, στον αέρα και στο διπλωματικό πεδίο εντάσσονται σε μια στρατηγική που επιδιώκει να επηρεάσει την περιφερειακή ισορροπία.
«Η στρατηγική που ακολουθεί η Τουρκία δεν εξαντλείται σε μία μόνο ενέργεια. Προσπαθεί, με ενέργειες που γίνονται είτε στη θάλασσα είτε στον αέρα, είτε διπλωματικά είτε πολιτικά, να επιβάλει τις δικές της θέσεις».
Ο καθηγητής αναφέρθηκε επίσης στις ενεργειακές έρευνες και στις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, επισημαίνοντας ότι οι θαλάσσιες περιοχές της ευρύτερης περιοχής έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.
Η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης αφορούσε το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Ο κ. Τσιριγώτης υποστήριξε ότι η αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών διαφορών πρέπει να εξετάζεται μέσα από το πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Παράλληλα, ανέδειξε τη σημασία μιας σαφούς συμφωνίας μεταξύ των δύο κρατών για το αντικείμενο μιας ενδεχόμενης δικαστικής προσφυγής.
Στη συνέντευξη επισημάνθηκε ότι η προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία για τα ζητήματα που θα παραπεμφθούν προς κρίση.
«Η μόνη λύση είναι να πάμε σε διεθνή δικαιοδοσία. Χρειάζεται να γίνει και ένα συνυποσχετικό, δηλαδή μια συμφωνία από τα εμπλεκόμενα κράτη για τα ζητήματα αυτά που θα τεθούν προς τη δικαιοσύνη».
Η συγκεκριμένη θέση αναδεικνύει τη σημασία της νομικής προετοιμασίας και της διπλωματικής συνεννόησης πριν από οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία.
Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών δεν είναι απλό, καθώς συνδέεται με το Διεθνές Δίκαιο, τις εθνικές θέσεις των δύο κρατών και τις ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες.
Στη συνέχεια, ο κ. Τσιριγώτης αναφέρθηκε στις πιθανές συνέπειες μιας προσφυγής στη διεθνή δικαιοσύνη και στην ανάγκη να εξετάζονται προσεκτικά τα δεδομένα πριν από μια τέτοια εξέλιξη.
Όπως τόνισε, μια δικαστική διαδικασία θα πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, ενώ οι αποφάσεις που θα ληφθούν δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον.
Ο καθηγητής σημείωσε ότι οι διεθνείς δικαστές καλούνται να εφαρμόσουν το Διεθνές Δίκαιο, αλλά οι διεθνείς σχέσεις και οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί εξακολουθούν να επηρεάζουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν τα κράτη.
«Όταν ακολουθείς το Δίκαιο της Θάλασσας, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη συγκεκριμένες πρόνοιες που προβλέπονται. Οι δικαστές είναι δικαστές συγκεκριμένων χωρών, όμως δεν ξεχνάμε ότι υπάρχουν κράτη πίσω από αυτούς τους δικαστές και ότι τα κράτη αυτά προφανώς μπορεί να επηρεάσουν τις αποφάσεις».
Ο ίδιος αναφέρθηκε στη δυσκολία που μπορεί να παρουσιάζει μια διαδικασία διεθνούς επίλυσης διαφορών, όταν οι δύο πλευρές έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το αντικείμενο της διαφοράς και για τα δικαιώματα που θεωρούν ότι διαθέτουν.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο κ. Τσιριγώτης εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Τουρκία επιδιώκει να αποκτήσει έναν ευρύτερο ρόλο στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Η αναφορά του συνδέθηκε με τις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά και με τις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις που επηρεάζουν τις σχέσεις των δύο χωρών.
Ο καθηγητής υποστήριξε ότι η τουρκική πλευρά επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της στην περιοχή, ενώ παράλληλα η Ελλάδα καλείται να προστατεύσει τα δικαιώματά της και να αξιοποιήσει τα διεθνή της ερείσματα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και στη συζήτηση για την πιθανότητα δημιουργίας συνθηκών συνδιαχείρισης ή συγκυριαρχίας στο Αιγαίο, υπογραμμίζοντας ότι μια τέτοια προοπτική θα πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή από την ελληνική πλευρά.
Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών και τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας
Ιδιαίτερη θέση στην ανάλυση του Διονυσίου Τσιριγώτη κατέλαβε ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στην ευρύτερη περιοχή.
Ο καθηγητής υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, τα οποία θα πρέπει να αξιοποιήσει στο πλαίσιο της διεθνούς της πολιτικής. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη σημασία των στρατιωτικών βάσεων και στη γεωστρατηγική θέση της χώρας.
«Εμείς έχουμε συγκεκριμένα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, τα οποία οι Αμερικανοί χρειάζονται, κυρίως στο κομμάτι των βάσεων. Θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτά τα πλεονεκτήματα και να πείσουμε τους Αμερικανούς για τη σημασία τους».
Η τοποθέτηση αυτή καταδεικνύει την άποψη ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην αντίδραση απέναντι στις τουρκικές κινήσεις, αλλά να αξιοποιεί ενεργά τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα.
Ο κ. Τσιριγώτης υπογράμμισε ότι η γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ενίσχυσης της διαπραγματευτικής της θέσης, εφόσον αξιοποιηθεί με τρόπο που να υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα.
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο καθηγητής αναφέρθηκε στην ανάγκη η Ελλάδα να διαχειρίζεται με αποφασιστικότητα τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει.
Όπως τόνισε, η χώρα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι ελληνικές θέσεις και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν θα υπονομεύονται από μονομερείς ενέργειες ή από πολιτικές που δημιουργούν τετελεσμένα.
Η ιστορική μνήμη ως παρακαταθήκη για τις νεότερες γενιές
Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε με αναφορά στη σημασία της ημέρας μνήμης για τον ελληνισμό. Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η Μικρασιατική Καταστροφή δεν πρέπει να ξεχαστεί και ότι η ιστορική γνώση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση των σύγχρονων εξελίξεων.
Η διατήρηση της μνήμης των θυμάτων, των προσφύγων, των εκτοπισμένων και όλων όσοι υπέστησαν τις συνέπειες της καταστροφής αποτελεί, σύμφωνα με το πνεύμα της τοποθέτησής του, χρέος απέναντι στις νεότερες γενιές.
Prisma Radio 90,2