Διονύσιος Τσιριγώτης: «Οι Αμερικανοί έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα στον Τραμπ – Η ήττα του στις ενδιάμεσες εκλογές αλλάζει τις ισορροπίες»
05/11/2026
Ο κ.Τσιριγώτης Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς αναλύει τους λόγους της εκλογικής συντριβής των Ρεπουμπλικανών, την οικονομική δυσαρέσκεια, τον πόλεμο με το Ιράν και τη μεταναστευτική πολιτική. Εκτιμά ότι ο Ντόναλντ Τράμπ θα αναγκαστεί να περιορίσει την πολιτική του στο εσωτερικό, ενώ θα επιχειρήσει να ενισχύσει την παρουσία του στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Τι λέει για την Ουκρανία, τη Ρωσία, την Τουρκία και τα ελληνικά συμφέροντα.
Τους λόγους για τους οποίους το κόμμα του Ντόναλντ Τράμπ υπέστη τόσο μεγάλη εκλογική ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και τις συνέπειες που μπορεί να έχει το αποτέλεσμα για την αμερικανική πολιτική σκηνή και τις διεθνείς εξελίξεις, ανέλυσε ο Διεθνολόγος Διονύσιος Τσιριγώτης.
Μιλώντας για το αποτέλεσμα των εκλογών, ο κ. Τσιριγώτης υπογράμμισε ότι η εκλογική αναμέτρηση είχε ουσιαστικά τον χαρακτήρα δημοψηφίσματος υπέρ ή κατά του ίδιου του Αμερικανού προέδρου. Όπως εξήγησε, οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μια δύσκολη δοκιμασία για το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία, ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκεντρώθηκαν πολλοί παράγοντες δυσαρέσκειας απέναντι στον Τραμπ.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η οικονομία, ο πόλεμος με το Ιράν, η προσωπική πολιτική του εικόνα, η μεταναστευτική πολιτική και η στάση των Δημοκρατικών συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός αρνητικού εκλογικού αποτελέσματος για τους Ρεπουμπλικανούς.
Ο πρώτος και ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας που ανέδειξε ο κ. Τσιριγώτης είναι η οικονομική κατάσταση που βιώνουν τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Όπως σημείωσε, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε στηρίξει σημαντικό μέρος της προεκλογικής του επιχειρηματολογίας στην υπόσχεση ότι οι Αμερικανοί θα αποκτούσαν μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και θα μπορούσαν να προμηθεύονται φθηνότερα προϊόντα.
Ωστόσο, η πολιτική των δασμών και οι επιπτώσεις της στην αγορά δημιούργησαν διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που είχαν υποσχεθεί οι Ρεπουμπλικανοί.
Χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Ο Τραμπ βγήκε στις εκλογές με το σύνθημα ότι οι Αμερικανοί θα έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν φθηνά. Αυτά τα πράγματα δεν επιβεβαιώθηκαν, γιατί με τη δασμολογική πολιτική που εφάρμοσε, δηλαδή με αυτή την αύξηση των δασμών, υπήρξαν επιπτώσεις στην αγορά και βέβαια στην αγοραστική δύναμη του αμερικανικού κοινού».
Ο διεθνολόγος υπογράμμισε ότι η οικονομική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές των καθημερινών προϊόντων, αλλά επεκτείνεται σε βασικούς τομείς της ζωής των πολιτών, όπως η στέγαση, η εργασία και η διατροφή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις επιπτώσεις των δασμών στις εισαγωγές από τον Καναδά, επισημαίνοντας ότι συγκεκριμένα προϊόντα, όπως η ξυλεία, αποτελούν βασικά υλικά για την αμερικανική αγορά.
Μάλιστα, χρησιμοποίησε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πολιτεία του Μίσιγκαν, η οποία συνορεύει με τον Καναδά και επηρεάζεται άμεσα από τις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών.
Όπως εξήγησε, η αύξηση του κόστους των εισαγόμενων προϊόντων επιβαρύνει την καθημερινότητα των πολιτών και δημιουργεί πρόσθετη πολιτική πίεση στην κυβέρνηση.
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας, σύμφωνα με τον κ. Τσιριγώτη, ήταν ο πόλεμος με το Ιράν και η στάση της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι στη συγκεκριμένη σύγκρουση.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια πολεμική αντιπαράθεση με σημαντικό οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος δημιούργησε πρόσθετες αντιδράσεις.
Επεσήμανε ότι οι Αμερικανοί καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που δεν αφορά άμεσα την καθημερινή τους ασφάλεια, ενώ παράλληλα επιβαρύνονται από τις οικονομικές επιπτώσεις της.
Στις δηλώσεις του τόνισε:
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχει ένα κόστος εθνικό. Υπάρχει αύξηση της τιμής σε όλα τα είδη, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στη διατροφική αλυσίδα και στην αγροτική παραγωγή. Αυτά είναι βασικά αγαθά, τα οποία επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών».
Και πρόσθεσε ότι το συγκεκριμένο πολεμικό μέτωπο δεν φαίνεται να συνδέεται με ένα άμεσο και αυτονόητο αμερικανικό συμφέρον.
«Ο πόλεμος αυτός έγινε για ένα συμφέρον το οποίο δεν είναι αμερικανικό. Δεν διακυβεύεται κάτι άμεσα στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών από το Ιράν».
Η τοποθέτησή του αναδεικνύει μια σημαντική παράμετρο της αμερικανικής πολιτικής: την αντίφαση ανάμεσα στις διεθνείς στρατηγικές επιλογές της Ουάσιγκτον και στην οικονομική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες στο εσωτερικό της χώρας.
Ο τρίτος παράγοντας που ανέδειξε ο Διεθνολόγος αφορά την πολιτική εικόνα του ίδιου του Αμερικανού προέδρου.
Όπως εξήγησε, η επιθετική ρητορική και ο λαϊκιστικός πολιτικός λόγος που βοήθησαν τον Τραμπ να επιστρέψει στην εξουσία φαίνεται πλέον να δημιουργούν αντίθετα αποτελέσματα.
Ο κ. Τσιριγώτης εκτίμησε ότι ένα μέρος της αμερικανικής κοινωνίας έχει κουραστεί από τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική εξουσία, ενώ η κυβέρνηση αντιμετωπίζει και προβλήματα αξιοπιστίας.
Συγκεκριμένα ανέφερε:
«Αυτή η σπαστική ρητορική, αυτή η λαϊκιστική πολιτική που τον ανέδειξε στην εξουσία, έχει ένα πρόβλημα. Όταν έρχεται κάποιος στην εξουσία, δεν μπορεί να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον ίδιο λαϊκιστικό πολιτικό λόγο. Πρέπει να περάσει πλέον στην αξιοπιστία του ίδιου και του κόμματός του».
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε πολιτικές αντιπαραθέσεις και σκάνδαλα που έχουν επιβαρύνει την εικόνα των Ρεπουμπλικανών, σημειώνοντας ότι η δυσαρέσκεια δεν αφορά αποκλειστικά τον πρόεδρο, αλλά επεκτείνεται και σε άλλα στελέχη του κόμματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο κ. Τσιριγώτης στη μεταβολή της εκλογικής συμπεριφοράς των ισπανόφωνων και άλλων μειονοτικών πληθυσμιακών ομάδων.
Όπως επισήμανε, ένα μέρος αυτών των ψηφοφόρων είχε στηρίξει τον Τραμπ στις προηγούμενες εκλογές, ωστόσο η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησής του φαίνεται να δημιούργησε σημαντικές αντιδράσεις.
Η αυστηρή αντιμετώπιση της μετανάστευσης, οι απελάσεις και η εθνικιστική ρητορική αποτέλεσαν, σύμφωνα με την ανάλυσή του, παράγοντες που απομάκρυναν τμήματα της εκλογικής του βάσης.
Ο ίδιος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πολυπολιτισμική φυσιογνωμία των Ηνωμένων Πολιτειών, επισημαίνοντας ότι η αμερικανική κοινωνία δεν είναι ομοιογενής.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Προσπαθεί να ενισχύσει αυτό που λέει την εσωτερική συνοχή της κοινωνίας, αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει σε μια κοινωνία που είναι ομογενοποιημένη. Δεν είναι. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές εθνότητες. Όταν ακολουθείς μια εθνικιστική, περισσότερο σωστά ξενοφοβική πολιτική, τότε έχεις πρόβλημα με τους άλλους».
Κατά τον ίδιο, αυτή η πολιτική προσέγγιση μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές κοινωνικές αντιθέσεις σε μια χώρα που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πολυμορφία του πληθυσμού της.
Στην ανάλυσή του ο κ. Τσιριγώτης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην πλευρά των Δημοκρατικών.
Εκτίμησε ότι σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να οργανωθούν αποτελεσματικότερα και να αξιοποιήσουν τις αδυναμίες των Ρεπουμπλικανών.
Η εκλογική τους επιτυχία, όπως σημείωσε, δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας απέναντι στον Τραμπ, αλλά και της ικανότητάς τους να διαμορφώσουν ανταγωνιστικές υποψηφιότητες και να μεταβάλουν τις ισορροπίες σε συγκεκριμένες περιοχές.
Ωστόσο, ο Διεθνολόγος στάθηκε και σε ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ένας πρόεδρος που είχε καταφέρει να εκλεγεί να εμφανίζει τόσο μεγάλη απώλεια υποστήριξης μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η εκτίμηση του κ. Τσιριγώτη για το πώς θα κινηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ μετά την εκλογική ήττα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η απώλεια του ελέγχου στο Κογκρέσο περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες του Αμερικανού προέδρου να προωθήσει την εσωτερική πολιτική του ατζέντα.
Αντίθετα, εκτιμά ότι ο Τραμπ θα επιχειρήσει να συγκεντρώσει μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής του δραστηριότητας στην εξωτερική πολιτική, όπου διαθέτει περισσότερα περιθώρια προσωπικών πρωτοβουλιών μέσω των εκτελεστικών του αρμοδιοτήτων.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Έχουμε έναν πρόεδρο περιορισμένο στην εσωτερική πολιτική, γιατί έχει χάσει τον έλεγχο στο Κογκρέσο. Συνολικά, όσον αφορά την εσωτερική πολιτική, θα υπάρχει μια συρρίκνωση των δυνατοτήτων του».
Και συμπλήρωσε:
«Θα πρέπει να δούμε τον Τραμπ να συσσωρεύει το σύνολο της ισχύος που διαθέτει στο εξωτερικό, γιατί η εξωτερική πολιτική είναι κάτι το οποίο μπορεί πιο εύκολα να διαχειριστεί με τα εκτελεστικά διατάγματα και τις πράξεις που μπορεί να προωθήσει ως πρόεδρος».
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι εξελίξεις αυτές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια διαφορετική πολιτική συμπεριφορά του Αμερικανού προέδρου, ιδιαίτερα σε ζητήματα που απαιτούν συνεννόηση με το Κογκρέσο.
Ο κ. Τσιριγώτης δεν θεωρεί, πάντως, ότι θα υπάρξει άμεση αλλαγή στη ρητορική του Τραμπ. Εκτιμά ότι οι πραγματικές αλλαγές θα φανούν κυρίως στις πράξεις και στις δυνατότητες υλοποίησης των πολιτικών του.
Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε και στον πόλεμο της Ουκρανίας, καθώς ο Τραμπ είχε επανειλημμένα υποσχεθεί ότι θα μπορούσε να τερματίσει τη σύγκρουση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Ο Διεθνολόγος εκτίμησε ότι η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη από τις προεκλογικές διακηρύξεις.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η αμερικανική πολιτική απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει η επιδίωξη να περιοριστεί η δυνατότητα της Ρωσίας να αναδειχθεί σε κυρίαρχη δύναμη στην Κεντρική Ευρώπη.
Όπως ανέφερε:
«Αυτό ήταν το σύνθημά του, ότι θα σταματήσει τους πολέμους. Τι κάνουν όμως οι Αμερικανοί με τον κόσμο και βέβαια με την Ουκρανία; Είχε πει ότι θα τελειώσει τον πόλεμο σε μία ημέρα και αυτό δεν έγινε».
Ο κ. Τσιριγώτης αναφέρθηκε επίσης στην ενεργειακή συμφωνία μεταξύ Πούτιν και Τραμπ, εκτιμώντας ότι αυτή αποτελεί ένδειξη μιας προσπάθειας σύγκλισης των αμερικανικών και ρωσικών θέσεων σε ορισμένα ζητήματα.
Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι δεν αναμένει μια θεαματική αλλαγή στην αμερικανική πολιτική για την Ουκρανία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις επιδιώξεις της Ρωσίας για τις περιοχές που θεωρεί απαραίτητες για την ασφάλεια και τη στρατηγική της θέση.
Όπως σημείωσε, μια ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ Πούτιν και Ζελένσκι θα ήταν δύσκολη, καθώς θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν οι απαιτήσεις της Μόσχας για τις περιοχές που θεωρεί ζωτικής ση
Όπως είπε:
«Δεν νομίζω ότι αυτές τις δηλώσεις θα μπορεί να τις κάνει από εδώ και στο εξής με την ίδια ευκολία. Πρέπει να διαχωρίσουμε τη ρητορική από την πράξη».
Εξήγησε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να διατυπώνει πολιτικές θέσεις και να προχωρά σε δημόσιες εξαγγελίες, ωστόσο η υλοποίησή τους συχνά απαιτεί νομοθετικές διαδικασίες και τη συνεργασία του Κογκρέσου.
Στο πλαίσιο αυτό, εκτίμησε ότι θα υπάρξουν μεγαλύτερες δυσκολίες για την προώθηση πολιτικών που αφορούν τους δασμούς, τη μετανάστευση και τις ομοσπονδιακές δαπάνες.
Η νέα κατάσταση, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανάγκη συνεννόησης ανάμεσα στα δύο πολιτικά στρατόπεδα.
Στη συνέντευξη τέθηκε και το ενδεχόμενο να υπάρξουν πολιτικές εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και στην απομάκρυνση του Ντόναλντ Τραμπ από την προεδρία.
Ο κ. Τσιριγώτης αναφέρθηκε στη διαδικασία καθαίρεσης ενός Αμερικανού προέδρου, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σύνθετη συνταγματική διαδικασία, η οποία απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες στα δύο νομοθετικά σώματα.
Συγκεκριμένα, εξήγησε ότι για να προχωρήσει η διαδικασία θα πρέπει να υπάρξουν οι απαραίτητες πολιτικές και κοινοβουλευτικές προϋποθέσεις, ενώ η απλή εκλογική ήττα δεν αρκεί για να τεθεί αυτομάτως ζήτημα απομάκρυνσης του προέδρου.
«Για τους Αμερικανούς η Ελλάδα είναι μια κουκκίδα στον χάρτη»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το τελευταίο μέρος της συνέντευξης, όταν η συζήτηση στράφηκε στις επιπτώσεις των αμερικανικών πολιτικών εξελίξεων για την Ελλάδα και τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Ο κ. Τσιριγώτης θέλησε να επισημάνει ότι η Ελλάδα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζει τις διεθνείς εξελίξεις με την αντίληψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν ως σταθερός σύμμαχος ανεξαρτήτως των δικών τους συμφερόντων.
Υπογράμμισε ότι κάθε κράτος διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική του με βάση τις δικές του στρατηγικές προτεραιότητες και όχι αποκλειστικά με βάση τις σχέσεις φιλίας που διατηρεί με άλλες χώρες.
Μάλιστα, διατύπωσε μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική εκτίμηση για τη θέση της Ελλάδας στον αμερικανικό γεωπολιτικό σχεδιασμό:
«Δεν πρέπει να καταλάβουμε το εξής: Κάθε κράτος, είτε είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε οποιοδήποτε άλλο κράτος του κόσμου, ανεξάρτητα από το αν είναι μεγάλη ή μικρή δύναμη, έχει πάντα κάποια συμφέροντα. Δεν υπάρχουν εχθροί και φίλοι».
Και συνέχισε με μια φράση που αποτυπώνει τη δική του ανάγνωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής:
«Ό,τι και να γίνει στο Κογκρέσο, όσοι είναι Ελληνοαμερικανοί βουλευτές ή γερουσιαστές, δεν θα μεταμορφώσουν την εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι μια κουκκίδα στον χάρτη για τις ελληνικές πολιτικές. Πρέπει να το καταλαβαίνουμε».
Στη συνέχεια, εξήγησε ότι η Τουρκία αποτελεί πολύ σημαντικότερο γεωπολιτικό παράγοντα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξαιτίας της ευρύτερης στρατηγικής της παρουσίας και της δυνατότητάς της να επηρεάζει τις εξελίξεις σε πολλές περιοχές.
Ο κ. Τσιριγώτης υπογράμμισε ότι η Τουρκία διαθέτει διαφορετικό γεωπολιτικό βάρος από την Ελλάδα, καθώς επηρεάζει τις ισορροπίες σε μια ευρεία γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από την Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Αυτό που σε ενδιαφέρει άμεσα είναι η Τουρκία. Η Τουρκία είναι ο πολιτικός δρώντας ο οποίος επηρεάζει την κατανομή των σχέσεων σε διαφορετικά συστήματα. Έχει παρουσία στην Κεντρική Ευρώπη, στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ μπορεί να δραστηριοποιείται από την Κεντρική Ευρώπη μέχρι τη Βόρεια Αφρική».
Κατά την άποψή του, αυτή ακριβώς η γεωπολιτική δυνατότητα είναι που διαφοροποιεί την Τουρκία στα μάτια των Αμερικανών και την καθιστά σημαντικό παράγοντα στους διεθνείς σχεδιασμούς τους.
Το μήνυμα προς την ελληνική πλευρά ήταν σαφές: η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται στην αντίληψη ότι οι παραδοσιακές σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες αρκούν για να διασφαλίσουν την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων.
Το τελικό μήνυμα για την Ελλάδα
Κλείνοντας τη συνέντευξή του, ο Διονύσιος Τσιριγώτης υπογράμμισε την ανάγκη η Ελλάδα να αντιμετωπίζει τις διεθνείς εξελίξεις με ρεαλισμό και να επιδιώκει τη διαμόρφωση συνθηκών που θα προστατεύουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της.
Όπως ανέφερε, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να παρακολουθεί τις διεθνείς ισορροπίες και να αξιολογεί κάθε φορά τις δυνατότητες που υπάρχουν για την προώθηση των δικών της θέσεων.
Η βασική του επισήμανση ήταν ότι η εξωτερική πολιτική δεν καθορίζεται από συναισθηματικές σχέσεις, αλλά από συμφέροντα, ισχύ και γεωπολιτικούς συσχετισμούς.
Prisma Radio 90,2 · Μαριέττα Ποταμίτη 05-11-2026 (Τσιριγώτης Διονύσιος – Επισκοποπούλου Ντίνα)
Prisma Radio 90,2